ὀλίγος

ὀλίγος
ὀλίγος, wenig; zunächst von der Menge; ἀριϑμὸν ὀλίγον, kleine Zahl; οἱ ὀλίγοι, im Ggstz gegen τὸ πλῆϑος, die wenigen Herrschenden, die Regierungspartei in der Oligarchie; von räumlicher Ausdehnung: klein; von körperlicher Größe; von der Zeit. Übh. gering; c. inf., zu wenig, um zu. Adverbial ὀλίγ ο ν, ein wenig, gar wenig; οὐκ ὀλίγῳ μου πλεονεκτεῖν διανοεῖ, nicht um ein weniges; ὀλίγου, um ein weniges, fast, beinahe; eigtl. vom Preise, ταῦτα ἕτερον ἂν διδάξειεν ὀλίγου, für einen geringen Preis. für ein weniges, fast; ὀλίγου εἰς χιλίους, fast an Tausend; παρ' ὀλίγον ποιεῖσϑαι, gering achten; παρ' ὀλίγον διέλυσαν τὸν ἄνϑρωπον, beinahe; παρ' ὀλίγον ἦλϑε τὰ πράγματα τοῦ πάντας ἐπανελϑεῖν, es kam beinahe so weit; κατ ' ὀλίγον, bei Kleinem, nach u. nach, allmählich; οὗτοι κατ' ὀλίγους γιγνόμενοι ἐμάχοντο, sie kämpften in kleinen Abteilungen, vereinzelt; δι' ὀλίγων, mit Wenigem, in Kürze; ἐν ὀλίγῳ, in Kurzem; δι' ὀλίγου, in kurzem Zwischenraume, bald darauf; δι' ὀλίγου ἀπελϑεῖν, bald, schnell; ἐπ' ὀλίγον, auf kurze Zeit; μετ' ὀλίγον, nach Kurzem; ἐξ ὀλίγου, seit Kurzem, dah. plötzlich; δύο ἄρα δεῖ τὸ ὀλίγιστον εἶναι, zwei zum wenigsten

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ολίγος — ολίγος, η, ο και λίγος, η, ο 1. μικρός σε αριθμό, πλήθος, ποσότητα: Έναν καφέ με ολίγη. – Λίγο σιτάρι. 2. μικρός σε μέγεθος, έκταση, ένταση: Λίγο το οικόπεδο. – Λίγο το κακό. 3. μικρός σε διάρκεια, σύντομος: Λίγος καιρός. – Λίγη ώρα έχει που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὀλίγος — little masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολίγος — η, ο (ΑΜ ὀλίγος, η, ον) βλ. λίγος …   Dictionary of Greek

  • ὀλιγώτερον — ὀλίγος little adverbial comp ὀλίγος little masc acc comp sg ὀλίγος little neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγα — ὀλίγος little neut nom/voc/acc pl ὀλίγᾱ , ὀλίγος little fem nom/voc/acc dual ὀλίγᾱ , ὀλίγος little fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλείζους — ὀλίγος little masc/fem nom/acc comp pl ὀλίγος little masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγωτέραις — ὀλίγος little fem dat comp pl ὀλιγωτέρᾱͅς , ὀλίγος little fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγωτέρων — ὀλίγος little fem gen comp pl ὀλίγος little masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγαι — ὀλίγος little fem nom/voc pl ὀλίγᾱͅ , ὀλίγος little fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγον — ὀλίγος little masc acc sg ὀλίγος little neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγω — ὀλίγος little masc/neut nom/voc/acc dual ὀλίγος little masc/neut gen sg (doric aeolic) ὀλιγόω lessen pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ὀλιγόω lessen imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”